Σάββατο, 12 Μαΐου 2007

ΝΙΚΗΤΑΣ ΛΙΑΝΕΡΗΣ : Πέρα Γαλήνοι: η μεσομινωική εγκατάσταση και το φυσικό περιβάλλον, η καταστροφή και η εγκατάλειψη





Λιανέρης Νικήτας - Μπάνου Ελένη - Τιβιλίκα Ελένη

Πέρα Γαλήνοι: εγκατάσταση και φυσικό περιβάλλον, καταστροφή και εγκατάλειψη

Η θέση


Η θέση άκρα Σούδας, όπου εντοπίστηκε και ανασκάπτεται η μεσομινωϊκή εγκατάσταση, είναι μια λοφοειδής απόληξη στη θάλασσα του ακρωτηρίου Κ
ορακιάς των Ταλαίων ορέων και βρίσκεται ακριβώς στα όρια των νομών Ρεθύμνης και Ηρακλείου στην περιοχή των Πέρα Γαλήνων. Η σημερινή της μορφή είναι απόρροια ενός βαθύ ρήγματος στο μέσον του λόφου και των κατολισθήσεων που συνετελέσθησαν στη βορειοδυτική αιγιαλίτιδα ζώνη. Οι αρχαιότητες καταλαμβάνουν όλο σχεδόν το σωζόμενο τμήμα του λόφου της Σούδας, που δεν υπερβαίνει σε έκταση τα τρία περίπου στρέμματα.


ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΣΗΜΕΡΑ

Ο όρμος των Πέρα Γαλήνων


Η νότια ακτογραμμή του λόφου ή της χερσονήσου της Σούδας διαγράφει, μια απόκρημνο βραχώδη έκταση μήκους γύρω στα 80μ, στο τέλος της οποίας αρχίζει μια αμμώδης παραλία, που εκτείνεται προς τα Ν με ελαφρά κλίση προς τα Δ, μέχρι της απόστασης των 150μ περίπου, όπου διακόπτεται από ένα βραχώδες έξαρμα τους Ταρτάρους, μήκους 60μ και πλάτους 30μ. Πάνω σε αυτό βρίσκονται επίσης μεσομινωϊκά λείψανα. Μεταξύ του λόφου της Σούδας και του βράχου των Ταρτάρων σχηματίζεται ένα ασφαλέστατο λιμάνι, μεγάλο μέρος του οποίου έχει σήμερα επιχωματωθεί από αλλουβιακές αποθέσεις. Η Σούδα λειτουργούσε ως φυσικός μόλος του λιμανιού, ενώ οι Ταρτάροι χρησίμευαν ως φυσικό αντιμόλιό του. Όλη η απόκρημνος ακτογραμμή του όρμου είναι το αποτέλεσμα κατολισθήσεων, ιδιαίτερα έχει πληγεί η δυτική του πλευρά και το ερώτημα που τίθεται είναι αν αυτή η γεωλογική μεταβολή οφείλεται σε ενδογενείς (σεισμούς) ή εξωγενείς (διαβρώσεις) παράγοντες ή και στους δύο και πότε ακριβώς έδρασαν αυτοί.


Η πεδινή έκταση

Από τους πρόποδες του λόφου της Σούδας και με κατεύθυνση από το Β προς το Ν εκτείνεται σήμερα μια πεδινή λωρίδα μήκους 500μ και πλάτους που κυμαίνεται μεταξύ 50 και 100μ.Το νοτιότερο τμήμα της λωρίδας αυτής καταλήγει σε μια πυκνόφυτη χαραδροκοιλάδα, η οποία συνεχίζει νοτιότερα διακλαδιζόμενη. Εκατέρωθεν της χαραδροκοιλάδας αναπτύσσονται οι ορεινοί όγκοι της περιοχής των Γαλήνων, οι οποίοι περιβάλλουν και την πεδινή λωρίδα και απολήγουν στη θάλασσα. Την κοίτη της χαραδροκοιλάδας διατρέχει αέναο ρυάκι, που στη συνέχεια διασχίζει την πεδινή έκταση και διαχέεται στην αμμώδη παραλία του όρμου. Η πεδινή αυτή έκταση παρουσιάζεται σήμερα ως ένας χαρακτηριστικός αλλουβιακός σχηματισμός, ως ένα πεδίο πρόσχωσης στην έξοδο ποταμού από τα όρη. Το ερώτημα, επίσης, που τίθεται εδώ είναι ο χρόνος του σχηματισμού αυτού του αλλουβιακού πεδίου.





Το ορεινό πλαίσιο, η χλωρίδα και η πανίδα

Οι ορεινοί σχηματισμοί που πλαισιώνουν την πεδινή έκταση των Πέρα Γαλήνων είναι τα μόνα στοιχεία της μορφοδομής του φυσικού περιβάλλοντος, που δεν υπέστησαν γεωλογικές αλλοιώσεις και μεταβολές, διατηρώντας έτσι την αρχική τους μορφή. Η γεωλογική τους δομή είναι ένα πολυγενετικό melange που αποτελείται από ένα συνοθύλευμα διαφορετικών λιθοτύπων Περμο-Τριαδικής ηλικίας (πέρασμα από την τριτογενή στη δευτερογενή εποχή) και απαρτίζεται κυρίως από φυλλίτες και χαλαζίτες. Στις λιθοδομές της μεσομινωϊκής εγκατάστασης στη θέση Σούδα χρησιμοποιήθηκαν κυρίως πλάκες από φυλλίτες (αργιλικοί σχιστόλιθοι) και σε πολύ μικρότερη ποσότητα χαλαζίτες.
Από τη χλωρίδα της περιοχής τα πιο σημαντικά φυτά είναι: ο πλάτανος Platanus orientalis L.), σφάκα (Nerium oleander L.), σκίνος (Pistacia lentiscus L.) χαρουπιά (Ceratonia siliqua L.) λυγιά ( Vitex agnus L.) και το σημαντικότερο όλων το λήδανον ή λήδον (Cistus creticus subsp. creticus Greuter and Burdet) αποκαλούμενο από τους κατοίκους της περιοχής αλαδανιά ή αγκίσσαρος, υποείδος του κίσσαρος ή κίσθου (Cistus creticus L.) (Το υποείδος αυτό παράγει το λάδανον τη γνωστή κομμεορρητίνη αποκαλούμενη αλάδανος από τους σημερινούς κατοίκους της ευρύτερης περιοχής του βορειανατολικού Μυλοποτάμου, οι οποίοι εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να τον συλλέγουν με τον ίδιο τρόπο που περιγράφει ο Διοσκουρίδης "ένιοι δε και σχοινία επισύρουσι τοις θάμνοις και το προπλασθέν αυτοίς λίπος αποξύσαντες αναπλάσσουσιν." (Περί ύλης ιατρικής Α, 97). Το φυτό αναφέρεται κατ'αρχάς στον Ηρόδοτο με το όνομα λήδανον ή λάδανον (Το δε δη λήδανον, το καλέουσι Αράβιοι λάδανον, έτι τούτου θωμασιώτερον γίνεται. Εν γαρ δυσοδμότατον γινόμενον ευωδέστατον εστί. Των γαρ αιγών των τράγων εν τοίσι πώγωσι ευρίσκεται εγγινόμενον οίον γλοιός από της ύλης. Χρήσιμον δ' ες πολλά των μύρων εστί, θυμίωσι τε μάλιστα τούτο Αράβιοι. (ΙΙΙ, 112)).
Ως προς την πανίδα, στην περιοχή ενδημούν όλα τα είδη της σύγχρονης κρητικής πανίδας, ενώ διαπιστώθηκε ανασκαφικά η ύπαρξη στην εποχή του χαλκού δύο άγριων ειδών, του κρητικού αιγάγρου (Ibex Creticus) και του αγριόχοιρου (Sus Scrofa).


Η ΜΕΣΟΜΙΝΩΙΚΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Ο εντοπισμός

Ο αρχαιολογικός χώρος στους Πέρα Γαλήνους εντοπίστηκε το 1983 τυχαία, όπως συμβαίνει συνήθως με τις περισσότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις. Υπό την απειλή της εγκατάστασης στην περιοχή ενός κεντρικού σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας, το φθινόπωρο του 1983, ο υπογράφων μετά της κ. Ε. Τσιβιλίκας προϊσταμένης τότε της ΚΕ' Εφορείας Κλασικών και Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, πραγματοποίησαν αυτοψία στο χώρο διαπιστώνοντας την ύπαρξη επιφανειακών μεσομινωϊκών λειψάνων σε διάφορα σημεία του. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση αρχαιολογικών λειψάνων διαπιστώθηκε στη θέση Σούδα. Στη θέση Ταρτάροι, μικρότερου εμβαδού από τη Σούδα (1000τμ.) διαφαίνονται τα λείψανα ενός κτιριακού συγκροτήματος. Τέλος στη θέση τραχήλοι, που βρίσκεται 300 περίπου μέτρα σε ευθεία γραμμή ανατολικά της Σούδας, σε ένα διάσελο της κορυφής της οροσειράς που οροθετεί από τα ανατολικά την περιοχή των Πέρα Γαλήνων, διακρίνονται τα λείψανα δύο μικρών σχετικά οικοδομικών συγκροτημάτων. Ίσως στη θέση αυτή να βρίσκεται το νεκροταφείο του οικισμού. Μια μικρή δοκιμαστική τομή αρκεί για να αποδείξει του λόγου το αληθές.


Οι επιφανειακές ενδείξεις

Οι επιφανειακές αρχαιολογικές ενδείξεις επί του λόφου της Σούδας παρουσιάζονται εντυπωσιακές και αποκαλυπτικές. Η άμεση επαφή του λόφου με τη θάλασσα, η έκθεσή του στους ισχυρούς βοριάδες και νοτιάδες, που πνέουν συχνά στην περιοχή και η έντονη κλίση του, δεν άφηναν κανένα περιθώριο στη δημιουργία στρώματος εγκατάλειψης επί του ή των στρωμάτων καταστροφής. Αντίθετα, η δράση του ανέμου και των όμβριων υδάτων αποφυσούσε και διέβρωνε την επιφάνεια του στρώματος καταστροφής, αποκαλύπτοντας έτσι τα εντός αυτού αρχαιολογικά κατάλοιπα. Όταν η ενέργεια της αποφύσησης και της διάβρωσης κατέβασε την επιφάνεια των ή του στρώματος καταστροφής στο επίπεδο των σωσμένων λιθοδομών, τότε η δράση τους μειώθηκε στο ελάχιστο, διότι οι λιθόκτιστοι τοίχοι και οι πληθώρα των διάσπαρτων ριγμένων δομικών λίθων (σχιστολιθικές πλάκες, ως επί το πλείστον) εγκλώβιζαν και διέσωζαν την εναπομείνασα αρχαιολογική επίχωση. Όπου οι λιθόκτιστοι τοίχοι είχαν καταπέσει συθέμελα, (συνήθως στην κορυφή του λόφου) τα δάπεδα των δωματίων από σχιστολιθικές πλάκες ήταν ορατά στην επιφάνεια. 'Αντίθετα, όπου οι λιθόκτιστοι τοίχοι σώζονταν αρκετά ψηλά, το πάχος της επίχωσης έφτανε σε αντίστοιχο ύψος, όπως απεδείχθη ανασκαφικά εκ των υστέρων. Η διάβρωση του στρώματος καταστροφής έφερνε και διασκόρπιζε συνεχώς στην επιφάνεια πλήθος οστράκων κοινής σχεδόν αποκλειστικά κεραμικής της μεσομινωικής ΙΙΙ φάσης.
Από τις επιφανειακές ενδείξεις μπορούσαν, επομένως, να εξαχθούν ορισμένα λογικά καθοριστικά συμπεράσματα, τα οποία έθεταν τους γενικούς στόχους της ανασκαφικής έρευνας. Από τη θέση του οικισμού πάνω σε λόφο με έντονες κλίσεις, από τη σεισμογενή καταστροφή του και από την κατάταξη της κεραμικής σε μια μόνο χρονολογική φάση, συνάγεται ότι πρόκειται για ένα κλειστό εύρημα και συνακόλουθα ότι η επίχωσή του είναι μόνο τεχνητή και αντιστοιχεί σε ένα διαβρωμένο στην επιφάνεια στρώμα καταστροφής.


Η ανασκαφική έρευνα.

Η ανασκαφική έρευνα άρχισε το 1983 στο λόφο της Σούδας ως σωστική επέμβαση, ενώ από το 1988 συνεχίστηκε ως συστηματική ανασκαφή.
Σύμφωνα με τις στοιχειώδεις αρχές της στρωματογραφίας, η εγκατάσταση, η διάρκεια ζωής και το τέλος μιας οποιασδήποτε κατοίκησης σε όλες τις εποχές μαρτυρούνται αρχαιολογικά από ένα επίπεδο κατάληψης και από δύο έως τρία στρώματα : α. το στρώμα κατάληψης (τα επί του δαπέδου υλικά), β. το στρώμα καταστροφής και γ. το στρώμα εγκατάλειψης, εφόσον βέβαια μετά την καταστροφή δε συνεχιστεί η κατοίκηση και εφόσον αυτή βρίσκεται σε θέση που μπορεί να επιχωματωθεί από φυσικoύς παράγοντες. Όμως στη πραγματικότητα σπάνια συναντούμε μια τόσο απλή επαλληλία επιπέδων και στρωμάτων. Για παράδειγμα σε επικλινείς θέσεις ένα επίπεδο κατάληψης μπορεί να ανταποκρίνεται σε δάπεδα πολλών επιπέδων, ή η καταστροφή πολυώροφων κτιρίων μπορεί να δώσει στρώματα επάλληλα αλλά σύγχρονα.

Ο οικισμός και η ταυτότητα του

Μέχρι σήμερα έχουν ανασκαφεί περί τα 400τμ. και έχει αποκαλυφθεί ένα σύμπλεγμα αρχιτεκτονικών δομών με κύριο χαρακτηριστικό μια κεντρική, κατά πάσα πιθανότητα, κλίμακα, που οδηγεί, κατευθυνόμενη από το νότο προς το βορά, στην κορυφή του οικισμού. Εκατέρωθέν της, ανατολικά και δυτικά, φαίνεται ότι αναπτύσσονται δύο μεγάλα οικοδομικά συγκροτήματα. Η βορινή πλευρά του δυτικού συγκροτήματος ορίζεται με ένα τοίχο παράλληλο προς τη βόρεια ακτογραμμή του λόφου της Σούδας, με σωζόμενο μήκος 14μ, από τον οποίο ξεκινούν άλλοι κάθετοι τοίχοι, που αποτελούν τις μεσοτοιχίες των διαφόρων οικοδομικών χώρων. Από τους χώρους αυτούς ξεχωρίζει ένα δωμάτιο, στο νοτιοδυτικό άκρο της ανασκαμμένης επιφάνειας, χωρίς είσοδο, με επίστρωση κονιάματος στο δάπεδο και διάφορες πλίνθινες κατασκευές. Το ανατολικό συγκρότημα διαρθρώνεται περιπλοκότερα και δε φαίνεται να ακολουθεί ένα σαφές χωροταξικό σχέδιο. Όμως, ο ανασκαμμένος χώρος δυτικά της κεντρικής σκάλας είναι αρκετά περιορισμένος και δεν έχει ακόμη εντελώς καθαριστεί. Από το χώρο αυτό ξεχωρίζει το δωμάτιο 7.
Στο έσχατο βόρειο σημείο του υφιστάμενου οικισμού, ακριβώς στο χείλος της βορινής απόκρημνης πλευράς του λόφου, βρίσκεται ένας τοίχος πάχους 0,90 εκ. οποίος, αφού διατρέξει απόσταση 10 περίπου μέτρων, διακόπτεται στο δυτικό του άκρο από τη κατολίσθηση του εδάφους, ενώ στο ανατολικό του άκρο σχηματίζει γωνία και φαίνεται να κατευθύνεται προς το βορά. Ο τοίχος αυτός, αν δεν ανήκει σε κάποιο ευμέγεθες κεντρικό κτίριο του οικισμού, πράγμα που δε θα μάθουμε ποτέ, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι οροθετούσε τον οικισμό στο σημείο αυτό και ότι χρησίμευε στις οχυρωματικές του ανάγκες.
Οι κοινωνικές ομάδες της μινωϊκής Κρήτης οποιαδήποτε και αν ήταν η δομή και η λειτουργία τους δεν αποτελούσαν απομονωμένα κλειστά συστήματα στον κόσμο της εποχής του χαλκού, ούτως ώστε να εξαιρούνται από την αναγκαιότητα της προστασίας από εξωτερικούς κινδύνους. Η αόριστη επομένως έννοια της μινωικής ειρήνης, που καταργούσε την ανάγκη οχύρωσης των οικισμών, όπως πολύ καλά παρατήρησε ο Σ. Αλεξίου, ήταν μια α-ιστορική αντίληψη. Η οχύρωση δεν εμφανίζεται πάντα με ένα απλό εξωτερικό περίβολο ή τείχος και η παραπάνω αντίληψη εμπόδισε τους ερευνητές να δουν σε πολλά οικιστικά συγκροτήματα διάφορα οχυρωματικά συστήματα, Ένα τέτοιο σύστημα φαίνεται, από επιφανειακές ακόμη ενδείξεις στα νότια άκρα του οικισμού, ότι προστάτευε το μεσομινωϊκό οικισμό στο λόφο της Σούδας, παρόμοιο, ίσως, με εκείνο του μεσομινωϊκού οικισμού στην ακρόπολη του Σμαριού.
Οι Πέρα Γαλήνοι ήταν, πρώτα από όλα, ένας λιμενικός σταθμός, που τους χρόνους της λειτουργίας του αποτελούσε αναμφίβολα μια από τις πιο ασφαλείς και δραστήριες λιμενικές εγκαταστάσεις της μεσομινωϊκής Κρήτης. Αν και δεν υπάρχουν ακόμη σαφείς αρχαιολογικές μαρτυρίες, όμως ορισμένοι συγκριτικοί και περιβαλλοντολογικοί παράμετροι δηλώνουν, από τη μεριά τους, με τη σχετική πάντα επιφύλαξη, το είδος της οικιστικής εγκατάστασης. Oι λιμενικές δραστηριότητες αυτές καθαυτές δε θα μπορούσαν από μόνες τους να δικαιολογήσουν το μέγεθος, την έκταση και η ποιότητα των εγκαταστάσεων(Οι σωζόμενες αρχαιότητες στο λόφο της Σούδας περιορίζονται στα 2.500τμ περίπου. Υπολογίζεται ότι περίπου τα 2/3 του αρχικού οικισμού έχουν καταποντιστεί από το ρήγμα που έπληξε το κέντρο του λόφου και από τις κατολισθήσεις. Επίσης, στο λόφο των Ταρτάρων έχει διαβρωθεί και καταποντιστεί μεγάλο μέρος της αρχικής εγκατάστασης. Μπορούμε να υπολογίσουμε ότι δομημένος χώρος και στις δύο θέσεις κατελάμβανε έκταση δέκα περίπου στρεμμάτων). Οι εγκαταστάσεις αυτές δε θα μπορούσαν επίσης να ανταποκρίνονται σε μια αυτόνομη κοινωνική ομάδα κτηνοτρόφων ή ψαράδων. Το οικοσύστημα των Πέρα Γαλήνων απέκλειε, εξάλλου, την ανάπτυξη μιας παραγωγικής γεωργίας, λόγω των πολύ περιορισμένων καλλιεργήσιμων εδαφών. Η εμπορική ή διαμετακομιστική δραστηριότητα θα μπορούσε να εξηγήσει την ύπαρξη του λιμενικού οικισμού. Είναι όμως αρκετά παρακινδυνευμένο θεωρητικά και αρκετά αστήρικτο αρχαιολογικά να δούμε στους Πέρα Γαλήνους ένα εμπορείο ή ένα διαμετακομιστικό κέντρο.
Oι Γαλήνοι βρίσκονται σε μια από τις μεταλλοφόρες περιοχές της Κρήτης (ανατολικά των Ταλαίων ορέων). Ειδικότερα το έδαφος στους Γαλήνους είναι πλούσιο σε αργυρούχο μόλυβδο και σε αρσενικό, που είναι απαραίτητο για τη σκλήρυνση του χαλκού. Μόνο στο χώρο των Γαλήνων σε απόσταση ενός έως δύο χιλιομέτρων από τον οικισμό διαπιστώσαμε την ύπαρξη τεσσάρων μεταλλείων, ενώ στην ευρύτερη περιοχή των Σισών εντοπίσαμε άλλα πέντε (εικ. 14). Ακόμη και στην ανατολική πλευρά του λόφου της Σούδας, που δυστυχώς το μεγαλύτερο μέρος της έχει καταστραφεί, υπάρχουν σοβαρές γεωλογικές και αρχαιολογικές ενδείξεις εξόρυξης και επεξεργασίας μεταλλευμάτων. Η χρονολόγηση των μεταλλείων είναι οπωσδήποτε προβληματική, αλλά σε ένα συγκρότημα τριών στη θέση Λιμνιά της κοινότητας Σισών, βρέθηκαν όστρακα της εποχής του χαλκού, ενώ σε ένα άλλο στη θέση Πορπατούμενος υπάρχουν όστρακα των ελληνιστικών- ρωμαϊκών χρόνων.
Είναι, επομένως, πολύ πιθανό, αν όχι προφανές, ότι οι κάτοικοι του μεσομινωϊκού οικισμού στους Πέρα Γαλήνους είχαν άμεση σχέση με τις μεταλλουργικές εργασίες. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο οικισμός διέθετε άφθονο τρεχούμενο νερό, απαραίτητο στις μεταλλοτεχνικές δραστηριότητες, ενισχύει την παραπάνω θέση.
Το κυρίαρχο φυτό στη χλωρίδα της περιοχής των Γαλήνων είναι ο (αγ)κίσσαρος ή αλαδανιά και μάλιστα το υποείδος που παράγει την κομμεορρητίνη λάδανον ή αλάδανο. Είναι γνωστές από την αρχαιότητα οι θεραπευτικές και αρωματικές ιδιότητες του λαδάνου , ο οποίος σήμερα συλλέγεται μόνο στην περιοχή των Σισών(ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΟΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑΣ 1996). Φαίνεται όμως ότι και παλαιότερα μόνο οι κάτοικοι της περιοχής του βορειανατολικού Μυλοποτάμου ασχολούνταν με την συλλογή του λαδάνου(TOURNEFORT 1718). Ίσως, το υποείδος που παράγει το λάδανο να συγκεντρώνεται περισσότερο σε αυτή την περιοχή και να είναι παραγωγικότερο λόγω των κλιματολογικών και γεωλογικών συνθηκών. Αν και έχει διατυπωθεί, προφορικά μόνο, η άποψη ότι το άνθος του αγκισσάρου εμφανίζεται κάπου στις τοιχογραφίες της Κνωσού και ότι, επομένως, οι ιδιότητες του φυτού ήταν γνωστές στη μινωϊκή Κρήτη, εμείς δεν το γνωρίζουμε και θεωρούμε ότι δεν υπάρχει μέχρι στιγμής καμιά έμμεση ή άμεση ένδειξη γνώσης και αξιοποίησης των ευεργετικών ιδιοτήτων του λαδάνου στην Κρήτη την εποχή του χαλκού. Υποθέτουμε μόνο ότι οι μινωίτες τον γνώριζαν και προσδοκούμε οι ανασκαφές στους Πέρα Γαλήνους να το επιβεβαιώσουν.
Διαφαίνεται, λοιπόν και ίσως η αρχαιολογική έρευνα καταφέρει να το αποδείξει στο μέλλον, ότι ένας από τους κύριους σκοπούς των εγκαταστάσεων στους Πέρα Γαλήνους στη μέση περίοδο του Χαλκού ήταν η εκμετάλλευση, στην κυριολεκτική σημασία της, και η επεξεργασία των προϊόντων αυτής για την κάλυψη των τεχνολογικών αναγκών της εποχής. Η δραστηριότητα αυτή συνδυαζόμενη με αυτές των λιμενικών εξυπηρετήσεων και πιθανώς με εκείνη της συλλογής του λαδάνου, μας σκιαγραφεί την εικόνα του ανθρώπινου πληθυσμού της θέσης: κοινοί άνθρωποι (εργάτες, τεχνίτες, υπάλληλοι, ναυτικοί, έμποροι...) της πραγματικής εργατικής και επίπονης καθημερινής ζωής. Εφόσον αποκλείσαμε από τις κυρίαρχες δυνάμεις της παραγωγικής οικονομικής βάσης την οικιακή γεωργικοκτηνοτροφική οικονομία, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι στους Πέρα Γαλήνους υπήρχε ίσως μια εξειδικευμένη βιοτεχνική εγκατάσταση.


Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ Η ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ
ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ

Οι αιτίες της καταστροφής και της εγκατάλειψης

Όπως έχουμε ήδη τονίσει, τις αιτίες της καταστροφής και της εγκατάλειψης του οικισμού και του χώρου των Πέρα Γαλήνων θα πρέπει να τις αναζητήσουμε στην εξάλειψη των συνθηκών εκείνων που οδήγησαν στην ίδρυσή του στη συγκεκριμένη θέση, δηλαδή είτε σε αρχαιολογικο-ιστορικές συνθήκες που παραπέμπουν σε αιτίες πολιτικο-οικονομικών διαταραχών, είτε σε γεωλογικές συνθήκες που παραπέμπουν σε αιτίες φυσικών καταστροφών.
Οι Πέρα Γαλήνοι ως εξειδικευμένος οικισμός και ως λιμενική βάση δε θα μπορούσαν να αποτελούν μια ανεξάρτητη πολιτικά και οικονομικά παραγωγική και λιμενική μονάδα, ειδικά στην Κρήτη, αν λάβουμε υπόψη αφενός, τα διοικητικά συστήματα των κεντρικών εξουσιών, όπως τα διατυπώνουν οι ειδικοί του μινωϊκού πολιτισμού και αφετέρου, την τελευταία και κύρια και μάλλον μοναδική περίοδο ζωής της εγκατάστασης (ΜΜ ΙΙΙ).
Οι ομοιότητες στην κεραμική με την Κνωσό, η κοντινή μεταξύ των δύο θέσεων απόσταση και το γεγονός ότι η ΜΜ ΙΙΙ φάση θεωρείται ως ένας σταθμός που προετοίμασε την υποτιθέμενη κυριαρχία της Κνωσού στην Κρήτη αλλά και στο Αιγαίο, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Πέρα Γαλήνοι υπήρξαν μια εγκατάσταση που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της Κνωσιακής ηγεμονίας.
Κατά τη γνώμη μας, αν βασιστούμε στις αρχαιολογικές μαρτυρίες που δείχνουν ένα κυρίαρχο ρόλο της Κνωσού μετά τις γενικευμένες σχεδόν σε όλη την Κρήτη ταραχές, συγκρούσεις και καταστροφές προς το τέλος της ΜΜ ΙΙΒ, τότε η ιμπεριαλιστική πολιτική της Κνωσού είχε δημιουργήσει ήδη τις ανάγκες λιμενικών βάσεων σε διάφορα στρατηγικά παράκτια σημεία του νησιού, προς εξυπηρέτηση της ναυσιπλοΐας, της προμήθειας πρώτων υλών και της φύλαξης των κεκτημένων. Γνωρίζουμε τα μεγάλα λιμάνια της Κνωσού στη Ζάκρο και στον Κομμό στην ΥΜ Ι φάση.
Οι Πέρα Γαληνοί, της ΜΜ ΙΙΙ φάσης, κατά πάσα πιθανότητα, δικαιολογούν την ύπαρξή τους στα πλαίσια αυτών των αναγκών και ιδρύθηκαν ίσως πάνω σε μια προϋπάρχουσα εγκατάσταση της ΜΜ ΙΙ φάσης, της οποίας το μέγεθος και η σημασία δεν έχει ακόμη εξακριβωθεί.
Δεν υπήρχε, επομένως, καμιά πολιτικο-οικονομικό-κοινωνική αιτία για να εγκαταλειφθεί ο οικισμός μετά το σεισμό, αρχομένης εξάλλου της κνωσιακής ηγεμονίας, που ετοιμάζεται να φθάσει στο απόγειό της κατά την αμέσως επόμενη ΥΜ Ι φάση. Αντίθετα, σε αυτή τη φάση η Κνωσός θα είχε περισσότερο ανάγκη τους Γαλήνους από όσο πριν. Οι αρχαιολογικο-ιστορικές συνθήκες δεν άλλαξαν, τουναντίον, ο οικισμός εγκαταλείπεται τη στιγμή που αυτές εδραιώνονται και ακμάζουν.
Μένει, επομένως, να αναζητήσουμε τις αιτίες της εγκατάλειψης του οικισμού στις γεωλογικές συνθήκες. Οπωσδήποτε, η πρωταρχική αιτία της εγκατάλειψης είναι η σεισμική δραστηριότητα, η τελική όμως αιτία, που ανάγκασε τον ανθρώπινο πληθυσμό να εγκαταλείψει τις εστίες του αλλά και την περιοχή και να μη ξαναεπιστρέψει ποτέ πια εκεί, βρίσκεται στις συνέπειες του σεισμού όχι στα οικιστικά συγκροτήματα, αλλά στο έδαφος πάνω στο οποίο κτίστηκαν αυτά.
Ο οικισμός, όπως ήδη έχουμε πει, εγκαταλείφθηκε πριν την τελική κατάρρευσή του. Η κατάρρευση αυτή θα μπορούσε να είχε συμβεί πολύ μετά την ερήμωσή του. Επομένως, οι οποιεσδήποτε ζημιές που είχαν υποστεί τα κτίρια θα μπορούσαν να είχαν επισκευαστεί και να συνεχίσουν έτσι αυτά να υπάρχουν, όπως συνέβη σε άλλες θέσεις που κτύπησε ο ίδιος σεισμός. Μόνο στη περίπτωση, που οι σεισμικές δονήσεις είχαν προκαλέσει σημαντικές βλάβες στη δομή των γεωλογικών σχηματισμών πάνω στους οποίους βρίσκεται ο οικισμός, τότε οι κάτοικοί του δεν είχαν άλλη επιλογή από αυτήν της εγκατάλειψής του. Αυτό φαίνεται ότι συνέβη στο λόφο της Σούδας αλλά και σε όλη την ακτογραμμή του όρμου των Πέρα Γαλήνων.

Η καταστροφή του οικισμού

Η σημερινή γεωλογική διαμόρφωση της λοφοειδούς απόληξης στη θάλασσα της άκρας Σούδας, που σήμερα έχει το σχήμα μιας μικρής χερσονήσου, είναι ένα αξιοπερίεργο λείψανο του γεωλογικού σχηματισμού που υπήρχε τους χρόνους που κατοικήθηκε. Ο λόφος έχει καταβυθιστεί ακριβώς στη μέση του εξαιτίας ενός ταφροειδούς ρήγματος, και έχει πληγεί όλη η βόρεια και δυτική πλευρά του από κατολισθήσεις. Κυρίως το ρήγμα, αλλά και οι κατολισθήσεις οφείλονται σε ενδογενείς παράγοντες (σεισμούς): δημιουργήθηκαν από την ενέργεια μεγάλων τεκτονικών δυνάμεων που ασκήθηκαν πάνω στον γεωλογικό σχηματισμό της Σούδας. Γεγονός, που σημαίνει ότι οι σεισμικές δονήσεις που έπληξαν το λόφο είναι προέλευσης τεκτονικής και όχι ηφαιστιογενούς και δε συσχετίζονται επομένως με την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας.
Στη συνέχεια, εξωγενείς παράγοντες, κυρίως η θαλάσσια διάβρωση, η οποία συνεχίζει μέχρι σήμερα το έργο της και θα το συνεχίζει εσαεί, διαγράφοντας αβέβαιο το μέλλον του λόφου της Σούδας, ολοκλήρωσαν την γεωλογική μεταβολή, με αποτέλεσμα η σημερινή μορφή του λόφου να αποτελεί ένα μικρό δείγμα της αρχικής του μορφής, αφού διασώζεται λιγότερο από το 1/3. Αυτή γεωλογική μεταβολή, η οποία κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του οικισμού, κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση της κατοίκησης πάνω στο λόφο, όμως δε δικαιολογεί την εγκατάλειψη της περιοχής. Οι κάτοικοι θα μπορούσαν να ξανακτίσουν τον οικισμό τους μερικές δεκάδες μέτρα νοτιότερα σε σταθερά εδάφη.
Συνεπώς, ως καθοριστική αιτία της εγκατάλειψης θα πρέπει να θεωρηθεί η καταστροφή όλου ή μέρους του οικοσυστήματος της θέσης και ειδικότερα του λιμανιού.




Η καταστροφή του λιμανιού

Οι γεωλογικές μεταβολές, εξαιτίας των σεισμικών τεκτονικών δονήσεων, δεν περιορίζονται μόνο στο λόφο της Σούδας, αλλά επεκτείνονται σε όλο τον όρμο των Πέρα Γαλήνων. Όλη η σημερινή απόκρημνος ακτογραμμή του όρμου είναι αποτέλεσμα κατολισθήσεων, ενώ η δυτική του πλευρά έχει πληγεί ιδιαίτερα.
Στη ανατολική πλευρά του όρμου, νότια του λόφου της Σούδας υπήρχε το λιμάνι, που μετά την εγκατάλειψή του προσχώθηκε με τη μεταφορά και απόθεση λεπτόκοκκων αλλουβιακών υλικών. Τα τεχνικά έργα του λιμανιού που διακρίνονται με σαφήνεια στο βορειανατολικό του τμήμα, ακριβώς στο σημείο όπου τελειώνει το πρανές και αρχίζει η επίχωση, επιβεβαιώνουν ότι το αλλουβιακό πεδίο, τουλάχιστον στο σημείο του λιμανιού, δημιουργήθηκε μετά την παύση των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων στο χώρο. Η Σούδα προστάτευε το λιμάνι από τους βόρειους και βορειοανατολικούς ανέμους, ενώ οι Ταρτάροι, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, χρησίμευαν ως αντιμόλιο.
Η δυτική πλευρά του όρμου, απέναντι ακριβώς από το λόφο-χερσόνησο της Σούδας, έχει κατακρημνιστεί σε μεγάλη έκταση. Ίσως να εκτεινόταν 150-200μ προς τη θάλασσα, μάρτυρες τούτο μπορούν να θεωρηθούν δύο μικροί βράχοι που βρίσκονται σήμερα στη μέση σχεδόν του πόρου του όρμου. Επομένως, ο πόρος του όρμου πριν την καταστροφή ήταν πιο στενός από ότι είναι σήμερα και προστάτευε το λιμάνι από τους βορειοδυτικούς ανέμους. Ό όρμος των Πέρα Γαλήνων σχημάτιζε αναμφίβολα την εποχή του χαλκού ένα εξαιρετικό λιμενικό καταφύγιο προστατευμένο από όλους τους ανέμους. Δεν καταστράφηκε, επομένως, μόνο ο γεωλογικός σχηματισμός του κατοικημένου χώρου αλλά και εκείνος που δημιουργούσε το λιμενικό καταφύγιο από το οποίο εξαρτώταν άμεσα ο λόγος της ύπαρξής του.
Ο χώρος του οικισμού έγινε μη κατοικήσιμος, το λιμάνι λίγο πολύ αχρηστεύτηκε και όλη η περιοχή των Πέρα Γαλήνων θα πρέπει να θεωρήθηκε ανασφαλής και επίφοβος και εγκαταλείφθηκε μια για πάντα.
Στις εικόνες 15 και 16 προσπαθήσαμε να αναπαραστήσουμε σχηματικά και γραφικά τη διαμόρφωση της περιοχής των Πέρα Γαλήνων, του όρμου και του λιμανιού στη μέση περίοδο του χαλκού.




ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Το τοπωνύμιο Γαλήνοι(η)

Στο τοπωνύμιο Γαλήνοι(η), αλλά και σε αυτό των Ταρτάρων, θα πρέπει ίσως να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή. Μπορεί και τα δύο να χαρακτηρίζουν τόπους με ορυκτολογικές και μεταλλουργικές δραστηριότητες. Η λέξη Ταρτάροι, αν δεν είναι παράφραση της λέξης Τατάροι (Τάταροι), τότε ανάγεται στη νεολιθική, όπως σωστά υποστήριζε ο Paul Faure(PAUL FAURE 1973) και μπορεί να σημαίνει μεταξύ άλλων τόπο σπηλαιώδη, παραπέμποντας έτσι στις στοές των μεταλλείων, ενώ με τη λέξη γαλήνη ονομάζεται ένα είδος αργυρόχρου μολυβδούχου (θειούχος μόλυβδος) της γης, κοινώς ασημόχωμα.
Με το τοπωνύμιο Γαλήνοι ονομάζεται όλη η περιοχή που βρίσκεται βορειανατολικά της κοινότητας Σισών και συνεχίζει ένα χιλιόμετρο περίπου, πέραν των ορίων του νομού Ρεθύμνης, εντός της κοινότητας Φόδελε στο νομό Ηρακλείου. Η περιοχή έχει δύο όρμους αυτόν των Πέρα Γαλήνων που βρίσκεται στον νομό Ρεθύμνης και εκείνον των Παλιών Γαλήνων που βρίσκεται στον νομό Ηρακλείου. Η ονομασία Πέρα Γαλήνοι σπάνια αναφέρεται και δε χρησιμοποιείται σχεδόν ποτέ από τους κατοίκους της περιοχής. Ο συγκεκριμένος τόπος που χαρακτηρίζει, είναι γνωστός ως Άγιος Αντώνης, από την παρουσία του ομώνυμου ναού της μονής. Το τοπωνύμιο Γαλήνοι αναφέρεται σε μια διαθήκη του μοναχού Θεοδοσίου που συντάχθηκε στον Χάνδακα από τον νοτάριο Μανουήλ Γρηγορόπουλον στις 17 Αυγούστου του 1521 (η πρώτη γραπτή μαρτυρία χρονολόγησης του μοναστηριού του Αγίου Αντωνίου) ως Γαλίνες(ΔΕΤΟΡΑΚΗΣ 1984....εγώ Θεοδόσιος μοναχός το κατά κόσμον Θεόδωρος Ρόδιος, οικών την σήμερον εν τω μοναστηρίω του μεγάλου Αντωνίου επιλεγομένου Γαλίνες...). Είναι, βέβαια, συνηθισμένο το φαινόμενο της ανορθογραφίας στα έγγραφα της εποχής. Αν, όμως το η μπορεί ανορθόγραφα να γραφτεί ι, το ε της κατάληξης δεν είναι ανορθόγραφη γραφή του η, αλλά του πληθυντικού της λέξης γαλήνη, κατά το αλυκή αλυκές, όπως ονομάζεται μια κοντινή στους Γαλήνους παραλιακή πεδιάδα. Η παρουσία του Αγίου Αντωνίου αποκλείει το τοπωνύμιο Γαλήνοι να προέρχεται από το Αγία Γαλήνη ή Γαληνή, αν και θα βρούμε σε χάρτη της τουρκοκρατίας την περιοχή να ονομάζεται Άγιος Γαλήνης. Αποκλείεται επίσης, κατά τη γνώμη μας, η ονομασία να προέρχεται από κύριο όνομα, όπως υποστήριξε ο Πλατάκης, από την οικογένεια των Γαλήνων ή Γαληνών, που θα ήταν οι πρώτοι οικιστές της περιοχής. Στη περίπτωση αυτή, θα έπρεπε σύμφωνα με τους ανθρωπονυμικούς κανόνες όλης της Κρήτης, η περιοχή να ονομαζόταν Γαληνιανά, όπως τα Γαλενιανά στην Κίσσαμο και στο Ρουκάνι Τεμένους. Θα έπρεπε επίσης να υπήρχαν κατάλοιπα στην περιοχή, είτε στην κοινότητα Φόδελε, είτε σε αυτή των Σισών, του επωνύμου Γαλήνος ή Γαληνός. Αντίθετα, σύμφωνα με ένα παραχωρητήριο που συντάχθηκε στις 7 Μαΐου του 1558, ιδιοκτήτης όλων χωραφιών ή των σωχώρων που βρίσκονται νότια του μοναστηριού, είναι κάποιος Τζώρτζης Μελισσηνός, επώνυμο που συναντάται σήμερα στη κοινότητα Φόδελε, ο οποίος τα παραχώρησε στον καλόγερο Νεόφυτο Μαγερόπουλο(ΔΕΤΟΡΑΚΗΣ 1984....εγώ Ντζορτζής Μελησινός...έδωκα και εκοντζεδέρησα και παντοτινά εχαρίτωσα εσένα του καλογέρου κυρ Νεόφιτου Μαγερόπουλου του ποτέ κυρ Ιερασίμου ένα μυλοτόπη είς την απάνω μεράν του μοναστηρίου του Αγίου Αντωνίου είς τους Γαλήνους....Ακόμη κοντζεδέρω σου δια γονικόν παντοτινόν και τα χωράφια τα σοχωράκια όσα είνιε εκή ποτιστικά δεξιά και αριστερά είς τον λεγόμενον μου τόπον εκεί οπό ναι το λεγόμενον μυλοτόπη από τους πλατάνους του Κοκόλη Κουτλαγιάση και κάτω ως του Γέρο το Ρούμα)..
Άλλος ιδιοκτήτης της περιοχής, όπως αναφέρεται στο ίδιο έγγραφο, είναι κάποιος Κοκόλης Κουτλαγιάσης. Ένα μεγάλο τμήμα της περιοχής των Γαλήνων, που διασχίζει η σημερινή εθνική οδός, ονομάζεται Μελισσηνά. Ως γνωστόν μια από τις δώδεκα βυζαντινές αρχοντικές οικογένειες της Κρήτης ήταν οι Μελισσηνοί και το πιθανότερο, επομένως, είναι η περιοχή των Γαλήνων να είχε, κατά αρχάς, παραχωρηθεί σε κάποιο μέλος αυτής της οικογένειας. Σε κάθε περίπτωση το όνομα ή επίθετο Γαληνός ή Γαλήνος είναι άγνωστο σε όλη την περιοχή του βορειοανατολικού Μυλοποτάμου.
Στο χάρτη του M. Boschini αλλά και του Fr. Basilicata (16ος αιώνας) ο τόπος γράφεται Galinus ή Gaglinus που δεν παραπέμπει σε κύριο λατινικό όνομα αλλά αποδίδει στα λατινικά την αιτιατική Γαλήνους, όπως συχνά προφέρεται από τους ντόπιους "τσι Γαλήνους = στους Γαλήνους", έτσι όπως άκουσε και κατέγραψε την περιοχή ο P. Belon το 1548, (Cigalinus).
Μια άλλη απλοϊκή εξήγηση του τοπωνυμίου είναι αυτή της κυριολεκτικής σημασίας της λέξης γαλήνη: τόπος ήρεμος, απάνεμος, γαλήνιος. Είναι η εξήγηση που δίνουν συνήθως οι σημερινοί κάτοικοι της περιοχής. Όμως, με τους παραπάνω όρους μπορούμε μόνο να περιγράψουμε τον όρμο και το πεδίο του Αγίου Αντωνίου ή των Πέρα Γαλήνων, όπου, πράγματι, συνήθως επικρατεί απανεμιά και ηρεμία και όχι την τεράστια, ορεινή και εκτεθειμένη στις άγριες συχνά διαθέσεις του κρητικού πελάγους περιοχή των Γαλήνων. Τα επί μέρους τοπωνυμία Πέρα Γαλήνοι, Παλιοί Γαλήνοι εντός των Γαλήνων και το γεγονός ότι ή λέξη συναντάται πάντα στον πληθυντικό, θα πρέπει, μάλλον, να μας προσανατολίσουν σε μια ονομάτιση της περιοχής από κάποια παραγωγική της ιδιότητα, ίσως από τη παρουσία του γαληνίτη.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΑΛΕΞΙΟΥ Σ. 1979: Τείχη και ακροπόλεις στη μινωική Κρήτη. (Ο μύθος της μινωικής ειρήνης). Κρητολογία 8, (1979), 41-56.
BELON P. 1554: Les observations de plusieurs singularites et choses memorables trouvees en Crete. Paris. 1554, f 9r.
BRANIGAN K. 1974. Aegean metalwork of the Early and Middle Bronze Age. Oxford at Clarendon Press.
DESHAYES J. DESSENNE A:1959. Mallia Maison II. Exploration des Maisons et Quartiers d'Habitation,. Etudes Cretoises XI (1959).
ΔΕΤΟΡΑΚΗΣ Θ: 1984: Νοταριακές πληροφορίες για ρεθεμνιώτικα μοναστήρια. Προμηθέας ο Πυρφόρος 40.(1984). 325:338.
ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΗΣ. Περί ύλης ιατρικής Α' Τομ.Α, 97.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΟΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑΣ 1996: Το Κρητικό Λάδανο. Διήμερο Εκπαιδευτικό Σεμινάριο. Μπαλί Ρέθυμνο Κρήτη. Περιλήψεις ομιλιών.
FAURE P. 1973:La vie quotidienne en Crete au temps de Minos 1500 av J.C.. Paris, Hachette 1973.
ΠΑΡΙΤΣΗΣ Σ: 2002. υδρογεωλογική διερεύνηση και μελέτη διαχείρισης υδατικών πόρων του Δ.Δ. Φόδελε Δήμου Γαζίου. Ο.ΑΝ.Α.Κ. 2002.
ΠΛΑΤΑΚΗΣ Ε. 1975:Οι Μονές του Αγίου Αντωνίου στους Γαλήνους και του Αγίου Παντελεήμονος στη Φόδελε. Κρητολογία 1 (1975).
ΣΑΚΕΛΛΑΡΑΚΗΣ Γ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΑΚΗ Ε. 1997. ΑΡΧΑΝΕΣ: μια νέα ματιά στη Μινωική Κρήτη. Ίδρυμα Νάκου.
TOURNEFORT J.P. 1718. Relations d'un voyage du Levant contenant l'histoire ancienne et moderne de plusieurs iles de l'archipel de Constantinople, des cotes de la mer noire. Amsterdam.
TREUIL R. DARCQUE P. POURSAT J.C. TOUCHAIS J. 1989. Les civilisations egeennes, du neolithique et de l'age du bronze. P.U.F. Paris.
ΧΑΤΖΗ-ΒΑΛΙΑΝΟΥ Δ. Ακρόπολη Σμαρίου. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ, 2001, Τ. 50, 1995: 778-786 και Τ. 51, 1996:665-670.


(Η εργασία αυτή παρουσιάστηκε στο Διεθνές Συνέδριο:"Ο Μυλοπόταμος από την Αρχαιότητα ως σήμερα:περιβάλλον-αρχαιολογία-ιστορία-λαογραφία-κοινωνιολογία" στις 24-30 Οκτωβρίου 2003 στο Πάνορμο Μυλοποτάμου). Πληροφορίες για το Συνέδριο στο
http://www.philology.uoc.gr/conferences/mylopotamos/

Δεν υπάρχουν σχόλια: